Αχλαδόσχημη λύρα

lira-mousikorama-003Αχλαδόσχημη λύρα

Η τεχνική του δοξαριού ανιχνεύεται στο Βυζάντιο ήδη από τον 10μ.Χ.αιώνα, με προέλευση την Κεντρική Ασία. Το ρεμπάμπ  των Αράβων και το ρεμπέκή  βιέλα των τροβαδούρων της ∆ύσης, στην Ελλάδα κρατά το όνομά του κυριότερου αρχαιοελληνικού χορδόφωνου: λύ ρα (για διαφορετικό όμως οργανολογικό τύπο με δοξάρι).  Έχει τρεις χορδές που δεν πιέζονται με την ψίχα των δαχτύλων, όπως στο βιολί, αλλά με το νύχι από τα πλάγια.  Παλαιότερα παιζόταν σ’όλη την Ελλάδα και κάθε λυράρης  έφτιαχνε ο ίδιος τη λύρα του. Στις μέρες μας, με την εξάπλωση του λαϊκού βιολιού, περιορίζεται πλέον στην Κρήτη, στα ∆ωδεκάνησα (Κάσος, Κάρπαθος) και στη Μακεδονία (πρόσφυγες από την Αν.Θράκη) .Από την εποχή του μεσοπολέμου, στα αστικά κέντρα, στα εργαστήρια των οργανοπαιχτών, το αρχέτυπο λυράκι δέχεται μια σειρά από προσθήκες και μορφολογικές αλλαγές σύμφωνα με το πρότυπο του βιολιού, για να καταλήξουμε στη  βιολολύρα και τον νεότερο τύπο της κρητικής λύρας, με περισσότερες τεχνικές για τους δεξιοτέχνες λυράρηδες. Στις μέρες μας το δοξάρι του βιολιού έχει αντικαταστήσει το παλιό κοντό και κυρτό δοξάρι με τα γερακοκούδουνα που, με κατάλληλες κινήσεις, συνόδευε ρυθμικά και μ’ένα ίσο ηχοχρώματος τη μελωδία της λύρας. Το ρόλο αυτό έχει αναλάβει πλέον το λαγούτο. Στο παίξιμο της αχλαδόσχημης λύρας,ο λυράρης υπογραμμίζει το ρυθμό χτυπώντας δυνατά το έδαφος με τη φτέρνα ή το πέλμα του δεξιού συνήθως ποδιού.
lira-mousikorama-004Η λύρα έχει αχλαδόσχημο(επιπεδόκυρτο)ηχείο και κοντό χέρι, χωρίς μπερντέδες, που συνεχίζει το ηχείο, κλειδιά από πίσω προς τα εμπρός, καβαλάρη, τρεις μονές χορδές στερεωμένες στο άκρο του ηχείου ή στο χτένι·  παίζεται με δοξάρι.Φτιάχνεται συνήθως από τον ίδιο τον εκτελεστή σε διάφορα μεγέθη,ανάλογα με τις διαστάσεις του ξύλου που θα βρει, τη σωματική διάπλαση (ψηλός ή κοντός, με μακριά ή κοντά δάχτυλα) και τη «φωνή» που θέλει να έχει η λύρα του: ψιλή και διαπεραστική ή κάπως πιο χοντρή και βαθιά. Το πάχος της, από τρία περίπου χιλιοστά έως ένα εκατοστό και παραπάνω, δεν είναι πάντα το ίδιο σε όλη της την έκταση. Γύρω-γύρω στις άκριες η σκάφη είναι λεπτότερη και στο βάθος, τον πυθμένα, χοντρύτερη. Στο βάθος άνοιγαν παλιότερα και μια μικρή τρύπα, κάποτε και περισσότερες, «για τη φωνή». Χάρη στις τρύπες αυτές, 1,5 - 2περίπου χιλιοστά διάμετρο, «η λύρα ξεφωνίζει καλύτερα»εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι παλιοί λυράρηδες. Για το  χέρι που συνεχίζει τη σκάφη και καταλήγει στην κεφαλή  με τα κλειδιά,δεν έχουμε να σημειώσουμε τίποτα ιδιαίτερο. Αντίθετα,το καπάκι με τα δύο μάτια,ίσιο ή λίγο κυρτό,είναι πάντα η μεγάλη έγνοια κάθε λυράρη. Το καπάκι κολλιέται πάνω στη σκάφη.Ο στύλος , δηλαδή η ψυχή της λύρας,στηρίζεται με μια άκρη στον πυθμένα της σκάφης και με την άλλη στη βάση του καβαλάρη, και όχι στο καπάκι, όπως γίνεται στα όργανα της οικογένειας του βιολιού. Τα τρία κλειδιά, τα στριφτάλια, όπως λέγονται συνήθως,φτιάχνονται σε διάφορα μεγέθη, όπως βολεύουν καλύτερα το λυράρη στο κούρντισμα και σε ποικίλα σχήματα, ανάλογα με το γούστο και το μεράκι του λυράρη. Στα κλειδιά αυτά τυλίγονται οι τρεις χορδές, που ακουμπούν πάνω στον καβαλάρη και δένονται στο άλλο άκρο της λύρας, είτε στην ειδική για το σκοπό αυτόν προέκταση της σκάφης είτε στον κορδοδέτη φτιαγμένο από σκληρό ξύλο ή κόκαλο. Η πρώτη χορδή, η υψηλότερα κουρντισμένη, λέγεται καντί , ή καντίνι και τέλι, η μεσαία λέγεται  μεσακή και η τρίτη,η χαμηλότερη, βουργάρα ή  μπάσα. Το δοξάρι της λύρας ήταν κυρτό έως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φτιαγμένο από διάφορα ξύλα, σε διάφορα μεγέθη, συνήθως45 έως 55, κάποτε και 60 εκατοστά μήκος. Είχε τρίχες από ουρά αλόγου και σφαιρικά κουδουνάκια, τα γερακοκούδουνα ή λυρακοκούδουνα, κρεμασμένα στο ξύλο του. Με την κίνηση του δοξαριού,τα κουδουνάκια ηχούσαν συνοδεύοντας ρυθμικά τη μελωδία της λύρας.Τις τρίχες τις στερέωναν στις δυο άκριες του δοξαριού με διάφορους τρόπους και για να παίζουν τις έτριβαν με ρετσίνι ή, στην ανάγκη, και με λιβάνι. Το δοξάρι λέγεται επίσης λυρόξυλο και  βέργα. Σήμερα η περισσότεροι λυράρηδες χρησιμοποιούν δοξάρι βιολιού. Η διακόσμηση της λύρας περιορίζεται κυρίως στο πίσω μέρος, στη σκάφη, και μπροστά, στην κεφαλή:εγχάρακτα γεωμετρικά σχέδια και ρόδακες, χαμηλά ανάγλυφα.  Όταν ο λυράρης κάθεται,η λύρα παίζεται ακουμπισμένη συνήθως πάνω στον αριστερό μηρό ή ανάμεσα στα δύο πόδια, που σ’αυτή την περίπτωση μένουν ενωμένα και κρατιέται όρθια ή λίγο γερμένη, άλλοτε προς τα πλάγια και άλλοτε προς τα εμπρός ή προς τα πίσω,ανάλογα με τη συνήθεια του λυράρη.  Όταν παίζει περπατώντας, ο λυράρης ακουμπάει τη λύρα στο στήθος του. Η αχλαδόσχημη λύρα κουρντίζεται κατά πέμπτες καθαρές. Παλιότερα κουρντιζόταν παράλληλα και αλά τούρκα (διαστήματα πέμπτης και τέταρτης), ένα κούρντισμα που συναντάμε και σήμερα, όλο όμως και πιο σπάνια. Στο κούρντισμα ο λυράρης δεν ενδιαφέρεται για το απόλυτο ύψος των τριών χορδών της λύρας, αλλά για τις διαστηματικές σχέσεις τους.  Έως σήμερα το λα της λύρας του είναι χαμηλότερο από το λα του τονοδότη· ιδιαίτερα χαμηλό είναι όταν η λύρα παίζει μόνη της ή μαζί με ντα-χαρέ (ντέφι) ή νταούλι.  Οι χορδές της λύρας δεν πιέζονται με την ψίχα των δακτύλων,όπως π. χ. στο βιολί, αλλά με το νύχι, που ακουμπάει απ’ τα πλάγια στη χορδή. Η μελωδία παίζεται συνήθως στην πρώτη,υψηλότερη χορδή. Η δεύτερη χορδή (μια πέμπτη χαμηλότερη από την πρώτη)χρησιμοποιείται πολύ λίγο για τη μελωδία και η τρίτη χορδή (σε διάστημα πέμπτης ή τέταρτης από τη δεύτερη)σπάνια. Στο παίξιμο, όμως, το δοξάρι «πιάνει» συχνά, δηλαδή τρίβει, τη δεύτερη χορδή μαζί με την πρώτη, πάνω στην οποία παίζεται η μελωδία ή τη δεύτερη και την τρίτη χορδή μαζί, συνοδεύοντας έτσι τη μελωδία με μια υποτυπώδη «αρμονία», μ’ένα ίσο. Με το ίσο αυτό, εκτός από τα σύμφωνα διαστήματα, δημιουργούνται, ανάλογα πάντα με τη μελωδία, και στιγμιαίες διάφωνες αρμονικές προστριβές, που χαρίζουν στο παίξιμο της λύρας ένα χαρακτηριστικό χρώμα και νεύρο, ιδιαίτερα στους χορούς, όταν η λύρα παίζει μόνη της, χωρίς τραγούδι. Στην τεχνική του «αρμονικού» αυτού παιξίματος συμβάλλει και ο καβαλάρης της λύρας. Πολύ λίγο κυρτός, όπως είναι, επιτρέπει στο λυράρη να παίζει και τις δύο χορδές μαζί – κάποτε και τις τρεις – χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.  Όταν, παλιότερα η λύρα παιζόταν μόνη της, αυτοσυνοδευόταν «αρμονικά» και ρυθμικά από το ίσο, από το δυνατό χτύπημα του εδάφους με το πέλμα του δεξιού ποδιού του λυράρη και από το ρυθμικό χτύπημα και τον ήχο που έδιναν τα γερακοκούδουνα με το πήγαινε - έλα του δοξαριού. Η αχλαδόσχημη λύρα είναι ένα όργανο κυρίως για γρήγορους σκοπούς,για τις χορευτικές δηλαδή μελωδίες, που παίζονται κατά κανόνα στην πούντα του δοξαριού, με γρήγορες, χωριστές δοξαριές. Οι αργές μελωδίες, με δύο ή τρεις φθόγγους ενωμένους σε ένα δοξάρι, παίζονται πολύ λίγο. Σημειώνουμε ότι οι παλιοί λυράρηδες έπαιζαν στη φυσική και όχι στη συγκερασμένη κλίμακα και δεν χρησιμοποιούσαν το βιμπράτο. Σήμερα, αντίθετα, οι περισσότεροι λυράρηδες παίζουν με βιμπράτο, χρησιμοποιούν το δοξάρι του βιολιού και παραγγέλνουν τις λύρες τους στα εργαστήρια που έχουν δημιουργηθεί στις μεγάλες πόλεις, τα νεώτερα χρόνια. Με το πέρασμα των χρόνων η αχλαδόσχημη λύρα παρουσιάζει ορισμένες μορφολογικές αλλαγές που συντελούνται προοδευτικά με κέντρο την Κρήτη. Η αρχική μορφή της αχλαδόσχημης λύρας είναι το λυράκι. Οι ανάγκες ωστόσο της μουσικής, άλλες στο χορό και άλλες στο τραγούδι, περιορίζουν σιγά - σιγά το λυράκι για τις χορευτικές μελωδίες.Με μικρή και χωρίς μεγάλο βάθος σκάφη, δίνει οξύ,διαπεραστικό ήχο· ό,τι ακριβώς χρειάζεται σ’ένα χοροστάσι. Η  βροντολύρα έχει μεγαλύτερη, βαθύτερη και πλατύτερη στη βάση της σκάφη (μάγουλα). Στα χαρακτηριστικά αυτά οφείλει το βαθύτερο ήχο της και το χαμηλότερο κούρντισμά της σε σύγκριση με το λυράκι. Το χαμηλότερο κούρντισμα βοηθεί να τραγουδούν,λυράρης και τραγουδιστές,πολλές ώρες χωρίς να κουράζονται. Ενώ το λυράκι, κουρντισμένο πάντα υψηλότερα, κουράζει πολύ γρήγορα τη φωνή,που είναι φυσικό να μην αντέχει το πολύωρο τραγούδι στην υψηλή περιοχή της έκτασής της. Η  βιολολύρα, προϊόν και αυτή της προσπάθειας να αποκτήσει η λύρα τον ήχο και τις τεχνικές δυνατότητες του βιολιού, εκτός από άλλες αλλαγές, έχει και το οκτάσχημο ηχείο του βιολιού. Η αχλαδόσχημη λύρα παιζόταν παλιότερα μόνη της. Στα νεότερα όμως χρόνια, απ’ την εποχή κυρίως του μεσοπολέμου και έπειτα, παίζεται μαζί με λαγούτο, που περιορίζεται σε μιαν απλή «αρμονική» και ρυθμική συνοδεία. Κούρντισμα αλά τούρκα: ρε-λα-ρε. Κούρντισμα κατά πέμπτες ρε-λα-μι.

Share

Radio GreekSound Live

radio 200
Δεύτερο Πρόγραμμα

 

Facebook

Twitter

Ελληνική Μουσική και Όργανα

Νταούλι

Νταούλι

Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Μεμβρανόφωνα Νταούλι Γνωστό ήδη από τους...

Δελτία ενημέρωσης

Εγγραφείτε στην λίστα ενημέρωσης στην ιστοσελίδα www.mousikorama.gr μείνετε ενημερώμενοι για τα μουσικά νέα, συνεντεύξεις και μουσικά άρθρα.

Radio Greek Sound Live