Κεμεντζές

lira-mousikorama-005Κεμεντζές

Η φιαλόσχημη λύρα των Ελλήνων του Πόντου,με τρεις χορδές κουρδισμένες σε τέταρτες καθαρές. Οι μικρές διαστάσεις του καβαλάρη επιτρέπουν στο δοξάρι να τρίβει και στα δάχτυλα να πατούν συχνά δυο χορδές ταυτόχρονα, δημιουργώντας έτσι την ιδιόρρυθμη πολυφωνία που χαρακτηρίζει την ποντιακή λύρα. Ο κεμεντζές  η λύρα που παίζουν οι  Έλληνες του Πόντου και της Καππαδοκίας ,έχει φιαλόσχημο ηχείο και κοντό χέρι που συνεχίζει το ηχείο, χωρίς μπερντέδες, κλειδιά εμπρός προς τα πίσω, ταστιέρα, καβαλάρη, τρεις μονές χορδές στερεωμένες στον κορδοδέτη και παίζεται με δοξάρι. Φτιάχνεται συνήθως από τον ίδιο τον εκτελεστή, σε διάφορα μεγέθη, με μικρές όμως διαφορές στις διαστάσεις. Το τοίχωμα του ηχείου δεν πρέπει να είναι περισσότερο από 3-4 χιλιοστά πάχος, ενώ το καπάκι πρέπει να είναι λεπτότερο, γύρω στα2-3 χιλιοστά. Στο ηχείο ανοίγονται, «για τη φωνή», από δύο τρύπες σε κάθε πλευρά και στο καπάκι τέσσερις, τα λεγόμενα τρυπία. Στο καπάκι ανοίγονται και τα ρωθώνια, δύο μακρόστενες και συνήθως λίγο κυρτές προς τα έξω τρύπες. Στα τρία κλειδιά, τα ώτια  –συνήθως σε σχήμα Τ – τυλίγονται οι τρεις χορδές που ακουμπούν στον πάνω καβαλάρη, στον κάτω καβαλάρη και δένονται στον κορδοδέτη, το παλληκάρ·  Ο κάτω καβαλάρης, ο γάιδιαρον  ή το γαϊδούρ, είναι λεπτός, πολύ λίγο κυρτός και πολύ μικρός στις διαστάσεις του σε σύγκριση με τον καβαλάρη της αχλαδόσχημης λύρας. Η ψυχή, το σουλάρ’ (στύλος), ακουμπάει με το επάνω άκρο στο καπάκι (περίπου κάτω από το αριστερό πόδι του καβαλάρη, στη μεριά της υψηλότερα κουρντισμένης χορδής) και με το κάτω άκρο στη βάση του ηχείου. Το μήκος των χορδών που πάλλονται με το τρίψιμο του δοξαριού, δηλαδή η απόσταση από τον πάνω έως τον κάτω καβαλάρη είναι συνήθως γύρω στα28-32 εκατοστά. Το δοξάρι, γύρω στα 50-55 εκατοστά μήκος, φτιάχνεται από σκληρό ξύλο και είναι κυρτό. Παλιότερα είχε τρίχες από ουρά αλόγου, που έδεναν στα δυο του άκρα με διάφορους τρόπους, συνήθως μ’ένα κομμάτι πανί στο μέρος που κρατιέται και μ’ένα κόμπο στο άλλο άκρο. Σήμερα πολλοί κεμεντζετζήδες χρησιμοποιούν δοξάρι βιολιού. Η διακόσμηση της ποντιακής λύρα με εγχάρακτα ή σε χαμηλό ανάγλυφο γεωμετρικά σχέδια, ρόδακες, στυλιζαρισμένα θέματα από το φυτικό κόσμο και τα λοιπά,περιορίζεται κυρίως στη γλώσσα (ταστιέρα) και στην κεφαλή και σπανιότερα στο παλληκάρ’ (κορδοδέτη) και το ηχείο (πίσω μέρος και πλαϊ-νά). Στη γλώσσα χρησιμοποιούν επίσης και το διάτρητο σκάλισμα και στην κεφαλή κολλού σαν παλιότερα μικρά καθρεφτάκια ή άλλα επίπεδα διακοσμητικά αντικείμενα. Ο κεμεντζετζής όταν κάθεται παίζει ακουμπώντας τη λύρα πάνω στον αριστερό μηρό ή ανάμεσα στα δύο πόδια, που κρατάει ενωμένα Και στις δύο περιπτώσεις ο κεμεντζές δεν κρατιέται κάθετος, αλλά γερμένος λίγο προς τα αριστερά και μπροστά.  Όταν παίζει όρθιος, ο κεμεντζές στηρίζεται στον αντίχειρα και το δείκτη του αριστερού χεριού, που ακουμπάει στην κεφαλή του οργάνου. Η ποντιακή λύρα κουρντίζεται πάντα κατά τέταρτες καθαρές. Επειδή όμως δεν ενδιαφέρονται για το απόλυτο ύψος των φθόγγων δε χρησιμοποιούν τονοδότη, γι αυτό και το κούρντισμά της είναι συνήθως lira-mousikorama-006χαμηλότερο από το λα του τονοδότη. Στην ποντιακή λύρα οι χορδές πατιόνται με την ψίχα των δακτύλων, όπως στο βιολί, και μελωδία παίζεται κυρίως στις δύο πρώτες υψηλότερες χορδές, στην πρώτη «θέση» (position). Σπάνια χρησιμοποιούν ένα ή δύο ακόμα φθόγγους, υψηλότερους από την πρώτη θέση, και αυτό «κλεφτά», όπως λένε, με προέκταση δηλαδή του πέμπτου δαχτύλου.  Όταν ο κεμετζετζής παίζει μια μελωδία, πατάει συχνά με τα ίδια δάχτυλα συγχρόνως και τη διπλανή χορδή. Κάτι ανάλογο γίνεται και με το δοξάρι. Στο παίξιμο «πιάνει», δηλαδή τρίβει δυο συνήθως χορδές, τη χορδή στην οποία παίζεται η μελωδία και τη δίπλα σ’αυτήν χορδή. Στο παίξιμο αυτό είναι φανερός ο ρόλος του καβαλάρη. Οι τόσο μικρές διαστάσεις του: 2-2,5 εκατοστά μήκος και 1-1,5 εκατοστά ύψος, που εξακολουθούν να τις διατηρούν αναλλοίωτες οι Πόντιοι κεμεντζετζήδες, προκαλούν, θα λέγαμε, το δοξάρι να τρίβει και τα δάχτυλα να πατούν συχνά δύο χορδές ταυτόχρονα.
 Έτσι στην ποντιακή λύρα διακρίνουμε τους παρακάτω τρόπους παιξίματος: α) να παίζεται η μελωδία στην υψηλότερη χορδή και να συνοδεύεται από τη δίπλα χαμηλότερη χορδή με ίσο (τα δάχτυλα πατούν την υψηλότερη χορδή ενώ το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη δι-πλανή χαμηλότερη χορδή), β) να παίζεται η μελωδία ταυτόχρονα και στις δύο χορδές, σε παράλληλες τέταρτες καθαρές (δάχτυλα και δοξάρι πατούν και τρίβουν, αντίστοιχα,και τις δύο χορδές μαζί), γ) να παίζεται η μελωδία στη χαμηλότερη χορδή και να συνοδεύεται από τη διπλανή υψηλότερη χορδή με ίσο (τα δάχτυλα πατούν τη χαμηλότερη χορδή ενώ το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη διπλανή υψηλότερη χορδή). Ο κεμεντζές παίζεται συνήθως μόνος του. Σε πολυάριθμα όμως γλέντια και ιδιαίτερα σε πανηγύρια στο ύπαιθρο, όπου ο λεπτός και σχετικά αδύνατος ήχος του δεν ακούγεται πολύ,παίζουν δύο και τρεις μαζί κεμεντζέδες, κάποτε και περισσότεροι. Για τον ίδιο λόγο παίζουν κεμεντζέ και ζουρνά ή κεμεντζέ και νταούλι ή κεμεντζέ και αγγείον (τσαμπούνα), ή τα ίδια αυτά όργανα με άλλους συνδυασμούς.

Share

Radio GreekSound Live

radio 200
Δεύτερο Πρόγραμμα

 

Facebook

Twitter

Ελληνική Μουσική και Όργανα

Νταούλι

Νταούλι

Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Μεμβρανόφωνα Νταούλι Γνωστό ήδη από τους...

Δελτία ενημέρωσης

Εγγραφείτε στην λίστα ενημέρωσης στην ιστοσελίδα www.mousikorama.gr μείνετε ενημερώμενοι για τα μουσικά νέα, συνεντεύξεις και μουσικά άρθρα.

Radio Greek Sound Live