Λατέρνα

Λατέρνα

laterna-001Η λατέρνα είναι ένα αυτόματο μουσικό όργανο που αν και ογκώδες δεν χρησιμοποιείται μόνο σε κλειστούς χώρους αλλά συχνά μεταφέρεται σε ανοιχτούς χώρους, πλατείες και γειτονιές. Είναι ένα όργανο που δημιούργησε πολλά συναισθήματα στους Έλληνες και βοήθησε πολύ στην εξάπλωση και διάδοση ήχων που είναι αγαπητοί ακόμα και σήμερα. Πολλοί έχουν να πουν κάποια ιστορία που ξέρουν ή έχουν ακούσει γύρω από κάποια λατέρνα. Υπήρξαν όμως και πολλά προβλήματα που την ταλαιπώρησαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου με αποτέλεσμα να την περιθωριοποιήσουν. Επίσης πρόβλημα στην μελέτη της δημιουργεί η έλλειψη βιβλιογραφίας, μιας και όποια τυχόν υπάρχει είναι ανεπαρκής έως και λανθασμένη. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ερευνητές δεν ασχολήθηκαν με την τέχνη της λατέρνας αλλά προέβησαν σε μια απλή περιγραφή της. Παρόλα αυτά ακόμα και σήμερα υπάρχουν γωνιές και γειτονιές που κάποιος μπορεί να ακούσει και να σιγοτραγουδήσει παλιές αγαπημένες μελωδίες

Η πρώτη Ελληνική λατέρνα δημιουργήθηκε γύρω στα 1880. Τότε η συνεργασία του Έλληνα Ιωσήφ Αρμάου και του Ιταλού Giuseppe Turconi απέφερε την λατέρνα. Οι δυο τους, πολύ καλοί φίλοι με έντονες μουσικές και κατασκευαστικές δεξιότητες έφτιαξαν στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη λατέρνα χωρίς τη σιδερένια βάση που είχαν τα πιάνα γιατί υπήρχαν παρόμοια με τη λατέρνα όργανα στο παρελθόν με σιδερένια όμως βάση (π.χ. η Ρομβία). Οι δυο τους είχαν δημιουργήσει ένα συνεταιρισμό όπου είχαν διαχωρίσει τη δουλειά σε δύο κομμάτια. Ο Turconi ασχολιόταν με το κατασκευαστικό κομμάτι ενώ ο Αρμάος με την καταγραφή, δηλαδή το «σταμπάρισμα» των τραγουδιών.

Η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Αν και στην Κωνσταντινούπολη υπήρξαν μόνο 2-3 κατασκευαστές, στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 60-80. Υπολογίζεται επίσης ότι την περίοδο πριν τον πόλεμο του 1940 υπήρξαν σε Αθήνα και Πειραιά περίπου 40.000 όργανα και άλλα τόσα μόνο στη Θεσσαλονίκη. Ακόμα εκείνη την περίοδο σε κάθε μαγαζί διασκεδάσεως υπήρχαν 6-7 όργανα. Ο πόλεμος όμως στάθηκε τροχοπέδη σε οποιαδήποτε εξέλιξη της λατέρνας. Αν και ήταν πολύ προσιτή στην αρχή της στη διάρκεια του πολέμου κανείς δεν κοίταζε την διασκέδαση. Επίσης πάρα πολλά όργανα καταστράφηκαν λόγω του όγκου τους. Ο τελευταίος κατασκευαστής ήταν από τις Σέρρες όπου έκλεισε το εργαστήριο περίπου στα 1938. Αυτό το μαρτυρούν και οι υπάρχουσες λατέρνες που υπολογίζονται σε νεότερες να είναι εκείνης της εποχής.

Μέσα στα χρόνια της ακμής πολλοί ακολούθησαν το πρότυπο του Αρμάου-Turconi και διαχώρισαν την κατασκευή της λατέρνας. Έτσι, σπουδαιότερος «σταμπαδόρος» εξελίχθηκε ο γιος του Αρμάου, Νίκος Αρμάος. Αυτός διέδωσε αργότερα την τέχνη του στο γιο του.και αυτός βρήκε μεταλαμπαδευτή τον Αντώνη Νασιόπουλο όπου σε συνεργασία με τον Βασίλη Ιακωβίδη, κορυφαίο τεχνίτη και κουρδιστή πιάνων, κατασκεύασαν ξανά το 1994 τη λατέρνα. Παράλληλα στις Σέρρες, ο Αναστάσιος Τζίωνης συνεχίζει και αυτός να κατασκευάζει με παραδοσιακό τρόπο λατέρνες. Αργότερα (το 2001) ο Ιακωβίδης θα πεθάνει, και ο Τζίωνης θα αποσυρθεί (σε ηλικία 97 ετών).

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
laterna-004Η λατέρνα είναι ένα αυτόματο μουσικό όργανο που έχει πάρα πολλές ομοιότητες με το πιάνο. Μάλιστα το χαρακτηρίζουν και αυτόματο πιάνο. Χωρίζεται σε δύο μέρη: α) το πάνω μέρος που περιλαμβάνει τις χορδές απ’ το πάνω μπαλκόνι μέχρι το κάτω και το ηχείο, β) το κάτω μέρος, το κιβώτιο που περιλαμβάνει τον κύλινδρο και τους μηχανισμούς του. Τα πλήκτρα (τα σφυράκια όπως λένε και στο πιάνο) ανήκουν στο κάτω μέρος, ουσιαστικά όμως αποτελούν αυτοτελές κομμάτι. Έτσι κάποιος σε ένα μαγαζί θα διάλεγε πρώτα κάποιο πάνω μέρος και μετά το κάτω και θα τα ένωνε. Οι λατέρνες έχουν 33, 35 ή 37 «φωνές» δηλαδή χορδές, και αυτό είναι και το χαρακτηριστικό για να χαρακτηρίσουμε μια λατέρνα μεγάλη ή μικρή αφού ανάλογα με τις χορδές εξαρτάται και το μέγεθος της τόσο στο ύψος όσο όμως περισσότερο στο πλάτος. Επίσης υπάρχει 1 κουδούνι που δίνει διαφορετικό τόνο στον ήχο. Το κομμάτι που είναι και αυτό ανεξάρτητο όπως τα πλήκτρα και ουσιαστικά παίζει τα συγκεκριμένα τραγούδια είναι ο κύλινδρος . Οι χορδές καταλαμβάνουν 3,5 οκτάβες μία από αυτές είναι μπάσα και είναι μη πλήρη οκτάβα (7 χορδές) οι οποίες είναι χάλκινες. Οι χορδές όλες είναι χορδές πιάνου όπως και τα κλειδιά. Γενικά πολλά υλικά είναι υλικά πιάνου. Το πάνω μπαλκόνι είναι από οξιά για να αντέχει τις εντάσεις (περίπου 5 τόνοι), το ηχείο είναι ερυθρελάτη και ο κύλινδρος φλαμούρι για να καρφώνονται σωστά και σταθερά τα καρφιά. Επίσης υπάρχει μία βίδα ρύθμισης ή εντάσεως κάτω από το πληκτρολόγιο που φέρνει το πληκτρολόγιο πιο κοντά ή πιο μακριά απ’ τον κύλινδρο αυξομειώνοντας την ένταση του παιξίματος. Μια άλλη βίδα, η «ρέγουλα», που βρίσκεται αριστερά απ’ το πληκτρολόγιο το μετακινεί αριστερά ή δεξιά για να ρυθμίζονται οι μετακινήσεις που οφείλονται σε αλλαγές της υγρασίας ισορροπίας των ξύλων. Τέλος, υπάρχει ένας μοχλός ασφάλισης που ελευθερώνει τον κύλινδρο για να μπορεί αυτός να μετακινηθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατασκευή της λατέρνας διαρκεί περίπου 3 μήνες.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η λειτουργία της λατέρνας βασίζεται στα 2 μέρη της. Στο πάνω όπου παράγεται ο ήχος με τις χορδές και στο κάτω όπου ο κύλινδρος θέτει σε κίνηση τα πλήκτρα. Ο κύλινδρος έχει πάνω του καρφωμένα καρφιά (αυτό είναι το λεγόμενο σταμπάρισμα) και γυρνώντας τη μανιβέλα γυρνάει ο κύλινδρος μέσω ενός γραναζιού και ενός στροφάλου. Γυρνώντας λοιπόν ο κύλινδρος ακουμπάνε τα καρφιά του πάνω στα ατσαλάκια (ατσάλινες άκρες 10 περίπου χιλιοστών) που βρίσκονται στην άκρη των πλήκτρων, τα ανασηκώνουν και όταν τα αφήνουν αυτά με τη βοήθεια ελατηρίων προσκρούουν στις χορδές. Για την αλλαγή τραγουδιού σηκώνεται ο μοχλός ασφαλίσεως και μετακινώντας τον κύλινδρο δεξιά ή αριστερά αλλάζουμε σειρά καρφιών που θα μετακινούν τα πλήκτρα. Η απόσταση μεταξύ δύο πλήκτρων είναι 13 χιλιοστά και έτσι χωράνε μέχρι και 9 τραγούδια σε κάθε κύλινδρο. Η ταχύτητα του τραγουδιού εξαρτάται από το πόσο κοντά μεταξύ τους είναι τα καρφιά, απ’ το ύψος τους και απ’ την κίνηση της μανιβέλας. Έτσι το παίξιμο απαιτεί από τον παίκτη γνώση της σωστής ταχύτητας, σταθερό ρυθμό και μείωση του ρυθμού την τελευταία φορά επανάληψης του τραγουδιού για να φανεί που αυτό τελειώνει. Επίσης απαραίτητη είναι και η συνοδεία ντεφιού.

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
laterna-002Η λατέρνα απαιτεί συχνή συντήρηση και αυτή είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία της και την μακροζωία της. Καταρχήν χρειάζεται κούρδισμα κάθε 1 ή 1,5 μήνα λόγω της έλλειψης σιδερένιας βάσης. Το κούρδισμα γίνεται με διαπασών και είναι απαραίτητο το κούρδισμα ανά οκτάβες. Επίσης χρειάζεται συχνά στο τέλος 2η και 3η φορά κούρδισμα μέχρι να σταθεροποιηθεί. Ακόμα χρειάζεται ρεγουλάρισμα ανάλογα με το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί από την αυξομείωση της υγρασίας. Επίσης συχνά σπάνε πλήκτρα, ατσαλάκια ή χορδές. Χρειάζονται γρασάρισμα τα καρφιά και τα μηχανικά μέρη όπως και λάδωμα. Τέλος, κάθε 2-3 χρόνια μία λατέρνα που παίζει καθημερινά 8 ώρες χρειάζεται αλλαγή κυλίνδρου γιατί λειώνουν τα καρφιά. Έπειτα δεν πρέπει να εκτίθεται σε ρεύμα και μεγάλες αυξομειώσεις υγρασίας.

ΣΤΟΛΙΣΜΑ ΣΤΟΛΙΣΜΑ
Κύριο χαρακτηριστικό της λατέρνας ήταν και είναι το στόλισμά της. Παλαιότερα αποτελούσε και επάγγελμα καθώς υπήρχαν καταστήματα που πουλούσαν στολίδια και άλλα είδη. Είχαν σκεπάσματα από δέρμα σε διάφορα χρώματα, κομμένα, ξεγυρισμένα, με κεντίδια, σκαλισμένα διάτρητα. Αυτές ήταν οι φορεσιές. Υπήρχαν βελούδινα σκεπάσματα με ρέλι, χρυσοκεντήματα με παραστάσεις (π.χ. 2 κοπέλες να κρατούν την ελληνική σημαία ή παραστάσεις από μάχες του ’21) Ήταν πολύ φορτωμένες με χάντρες, κομπολόγια, εικόνες ακόμα και κέλυφος χελώνας και ότι άλλο σκεφτόταν ο καθένας. Υπήρχαν σεγαριστά σχέδια με το κλασσικό βυζαντινό σχέδιο και η εικόνα που είχαν στο κέντρο ήταν ή της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ή της Ρόζα Εσκενάζυ ή 2-3 ακόμα άλλες. Σπάνια κάποιος έβαζε φωτογραφία από αγαπημένο ή συγκεκριμένο του πρόσωπο. Τέλος τα πόδια που στηριζόταν η λατέρνα ήταν ξυλόγλυπτα.

ΣΤΑΜΠΑΡΙΣΜΑ
Δύο ενυπόγραφα ρολόγια του Νίκου Αρμάου. Ανήκουν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (Φωτογραφία από το βιβλίο Ρεμπέτικα Τραγούδια)
ΣΤΑΜΠΑΡΙΣΜΑ
laterna-003Το σημαντικότερο ίσως ρόλο στη λατέρνα τον κατέχει ο κύλινδρος. Έτσι ο κατασκευαστής του γινόταν ανέκαθεν διάσημος και έπρεπε να έχει εξαιρετικές μουσικές ικανότητες. Αυτός ονομαζόταν «σταμπαδόρος» ή «καρφωτής». Το σταμπάρισμα είναι μια δύσκολη περίπλοκη διαδικασία και δεν απαιτεί μονάχα μουσικές γνώσεις αλλά και τεχνικές. Αφού το τραγούδι αποτυπωθεί σε παρτιτούρα ο σταμπαδόρος βάζει στην εσωτερική μεριά της λατέρνας και πίσω ακριβώς απ’ τη μανιβέλα ένα ειδικό «ρολόι». Ακριβώς έξω από τη λατέρνα πάλι πίσω από τη μανιβέλα βιδώνει έναν λεπτοδείχτη και τα ευθυγραμμίζει. Ανάλογα με τη χρονική αξία που έχει η νότα γυρίζει τη μανιβέλα μέχρι ο λεπτοδείχτης να δείξει την ανάλογη ένδειξη στο ρολόι. Τότε πατάει ελαφρά το πλήκτρο έτσι ώστε το ατσαλάκι στην άκρη να σημαδέψει ελαφρά τον κύλινδρο. Στην αρχή βάζει τη μια σειρά και μετά τα μπάσα. Αφού τελειώσει και τα 9 τραγούδια ξεκινάει το κάρφωμα. Υπάρχουν τριών ειδών καρφιά: 1. Πόντοι, καρφιά μήκους 6 χιλιοστών χρησιμοποιούνται για μεγάλες χρονικές αξίες. 2. Τα τέρτσα, καρφιά μήκους 5 χιλιοστών χρησιμοποιούνται κυρίως για τα όγδοα και μπαίνουν σε σειρές. 3. Τρίλιες, καρφιά μήκους 4 χιλιοστών, αιχμηρά προς τα πάνω κοντά, τετραγωνοποιημένα, μπακιρένια. Για κάθε τύπο καρφιού υπάρχει το ανάλογο ζουμπαδάκι που εξασφαλίζει το ισοϋψές κάρφωμα. Όλη η διαδικασία του τυπώματος διαρκεί 20-25 ημέρες. Διασημότερος καρφωτής υπήρξε ο Νίκος Αρμάος. Λόγω της έλλειψης ηχητικών πηγών μπορούσε μόνο ακούγοντας ένα πελάτη να σφυρίζει ένα σκοπό να τον σταμπάρει με 2 ή 3 τρόπους. Έγραφε πολλά τραγούδια και αρκετά από αυτά έγιναν γνωστά ως τραγούδια άλλων. Μεγάλος καημός του ήταν ότι ποτέ δεν κατασκεύασε λατέρνα. Επίσης οι ικανότητές του στην επισκευή ήταν περιορισμένες.

Η ΛΑΤΕΡΝΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
Στη σύγχρονη εποχή η λατέρνα είναι πολύ παραμερισμένη και αρκετά σπάνιο θέαμα. Η ζήτηση είναι αρκετά περιορισμένη σε συλλέκτες και κάποιους ελάχιστους μουσικούς. Στην περιοχή της Αττικής υπάρχουν μόνο 8-9 περιπλανώμενοι εκ των οποίων 1 στον Πειραιά, 3 στην Αθήνα, 1 στην Γλυφάδα όπως και κάποιοι γύφτοι οι οποίοι όμως περιπλανώνται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Επίσης σε μαγαζιά διασκέδασης πολύ σπάνια βρίσκονται λατέρνες αφού οι δίσκοι, τα γραμμόφωνα και τα Juke box παραμέρισαν τελείως τη λατέρνα μετά το 40. Οι πωλήσεις πλέον γίνονται σπάνια και συνήθως όχι κατόπιν παραγγελίας αλλά αγοράζονται έτοιμα κομμάτια. Τα τραγούδια τα οποία ταυτίστηκαν με τη λατέρνα όπως η Φραγκοσυριανή, Γαρύφαλλο στ’ αυτί, Το Τραμ το τελευταίο, Οι θαλασσιές οι χάντρες, παραμένουν στο ρεπερτόριο και των καινούργιων οργάνων και υπάρχουν κάποιες προσθήκες σε τραγούδια του Μίμη Πλέσσα ή του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2001- 2002
ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
ΛΑΪΚΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ»
ΦΟΙΤΗΤΗΣ: ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
ΔΙΔΑΣΚΩΝ: ΚΑΡΕΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΛΑΤΕΡΝΑ
Αναδημοσίευση από το site www. karellas.gr

Share

Μπουζούκι

Μπουζούκι

Bouzouki-mousikorama-001Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.

Share
Διαβάστε περισσότερα: Μπουζούκι

Ζίλια

zilia-mousikoramaΖίλια Τα ζίλια (μεταλλικά κύμβαλα), τα ξύλινα κουτάλια, τα ποτηράκι του κρασιού  ή του ούζου και το κομπολόι που τρίβεται μ’ένα ποτήρι κρασιού, αποτελούν όργανα ρυθμικής συνοδείας, μόνα τους ή με άλλα μελωδικά μουσικά όργανα, για το τραγούδι και το χορό. Ανάλογο ρόλο παίζουν και το τρίγωνο και η  μασιά (απλή μασιά για το τζάκι, που τα σκέλη της καταλήγουν σε κύμβαλα ζίλια). Στις μέρες μας παίζονται κυρίως από παιδιά για να συνοδεύσουν τα κάλαντα του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων.

koutalakia-mousikorama

Share

Το κουδούνι

Ιδιόφωνα

koudouni-mousikorama-001Το κουδούνι

Γνωστό στους αρχαίους πολιτισμούς (Κίνα,Ινδία, Αίγυπτο,αρχαία Ελλάδα), το κουδούνι ήταν αρχικά ένα φυλαχτό για τα ζώα και τους ιερούς χώρους. Αργότερα αυτή η αποτρεπτική του ιδιότητα ατονεί και γίνεται κυρίως ποιμενικό εργαλείο: βοηθάει τον τσοπάνη στη δουλειά του και του δίνει χαρά με τον ήχο του. Η επιλογή και ο συνδυασμός των κατάλληλων κουδουνιών(αρμάτωμα του κοπαδιού) είναι βασικό μέλημα των τσοπάνηδων, μια τέχνη που απαιτεί γνώση κι ευαισθησία, ενώ συχνά συντονίζουν τη φλογέρα τους με τον ήχο των κουδουνιών του κοπαδιού. Επίσης το κουδούνι καλεί τους πιστούς στην εκκλησία ή ειδοποιεί για τον ερχομό κάποιου επισκέπτη. Τα ελληνικά κουδούνια είναι σφυρήλατα (από λαμαρίνα) ή χυτά (από μπρούτζο) και τους δίνουν τον ήχο (τα σκαλιάζουν  ή τα ξεφωνίζουν) είτε με ειδική σφυρηλάτηση χαρακιές στο κάτω μέρος (τα σφυρήλατα) ή με λιμάρισμα τη εξωτερικής επιφάνειας γύρω στα χείλια (τα χυτά). Τα μεγάλα κουδούνια αποτελούν εξάρτημα στις ζωομορφικές μεταμφιέσεις του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων ή των Αποκρεώ σε ορισμένα έθιμα ευετηρίας, όπου επανακτούν τον αρχαϊκό, αποτρεπτικό τους ρόλο.

 

koudouni-mousikorama-002Τα σφαιρικά κουδουνάκια

Ο μαγικός αποτρεπτικός ρόλος του κουδουνιού επιβιώνει στα μικρά σφαιρικά κουδουνάκια που χρησιμοποιούνται στη χριστιανική λατρεία (στα άμφια του δεσπότη, στα θυμιατά, στις εικόνες των αναστενάρηδων). Ως «μουσικά όργανα» τα κουδουνάκια αυτά λειτουργούν στο παραδοσιακό δοξάρι της αχλαδόσχημης λύρας (Κρήτη,∆ωδεκάνησα) συνοδεύοντας ρυθμικά αλλά και με τη χροιά του ήχου τους τη μελωδία. Ανάλογη λειτουργία έχουν κρεμασμένα και σε τουμπελέκια ή παλιότερα σε νταούλια, όπως και στο ηχητικό αντικείμενο  χελιδόνα, που συνοδεύει τα κάλαντα της1ης Μαρτίου για τον ερχομό της Άνοιξης.

koudouni-mousikorama-003

 

Share

Σαντούρι

Σαντούρι

santouri-mousikorama-001Η πλατιά διάδοση του σαντουριού στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους  Έλληνες της Μικράς Ασίας, μετά την Καταστροφή του’22. Οι καλοί σαντουριέρηδες  κατασκεύαζαν οι ίδιοι το όργανό τους. Χάρη στις τεχνικές κι εκφραστικές του δυνατότητες(όργανο μελωδικό και πολυφωνικό)αποτελεί μέρος της κομπανίας  στην στεριανή Ελλάδα ή της νησιώτικης ζυγιάς: βιολί - λαγούτο. Το σαντούρι, σε σχήμα ισόσκελου τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δύο παράλληλων πλευρών του (σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν τρεις έως πέντε χορδές κουρντισμένες ουνίσονο) και παίζεται με δύο λεπτά ραβδάκια, τις  μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες, σήμερα με μπαμπάκι, και άλλοτε με δέρμα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από διάφορα ξύλα, καλά ξεραμένα. Για το καπάκι χρησιμοποιούν λευκή ξυλεία, χωρίς ρόζους και με πυκνά νερά. Πάνω σ’αυτό στερεώνουν τα κολονάκια ή γέφυρες, δηλαδή τους καβαλάρηδες, και ανοίγουν μια ή περισσότερες τρύπες για τη φωνή, συνήθως στρογγυλές. Για τα δύο πλαϊνά, τα  μπαλκόνια, χρησιμοποιούν σκληρά ξύλα. Στο δεξιό, τον ντάκο, βάζουν τα κλειδιά και στο αριστερό, το κούτσουρο, καρφώνουν μικρά καρφιά, χωρίς κεφαλή, που τα αφήνουν να εξέχουν λίγο πάνω στην επιφάνεια του κούτσουρου. Στα καρφιά αυτά στερεώνουν τις χορδές. Κλειδιά και μικρά καρφιά είναι λίγο πλάγια και όχι κάθετα προς το καπάκι, για ν’αντέχουν στο τέντωμα των χορδών. Οι χορδές, για να κρατιόνται σε μία σταθερή απόσταση από το καπάκι ακουμπούν, αριστερά και δεξιά, πάνω στα  μαξιλάρια. Η πλάκα ή πάτος  και τα άλλα πλαϊνά του οργάνου (μπροστά και πίσω) γίνονται από διάφορα ξύλα. Το σαντούρι παίζεται κρατημένο πάνω στα πόδια του σαντουριέρη ή ακουμπισμένο πάνω σ’ένα τραπέζι, ή ακόμα και κρεμασμένο απ’το λαιμό του εκτελεστή, όταν στο γάμο πηγαίνουν για να πάρουν τη νύφη, σε πατινάδες και τα λοιπά. Η συνηθισμένη santouri-mousikorama-002μελωδική του έκταση είναι τρεις οκτάβες και λίγες ακόμη νότες. Συναντάμε όμως και μικρότερα σαντούρια με μικρότερη μελωδική έκταση. Οι μπαγκέτες,με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα επάνω, κρατιόνται, με τη βοήθεια του αντίχειρα, ανάμεσα στο δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο. Στο παίξιμο ο εκτελεστής χρησιμοποιεί κυρίως τον καρπό και λιγότερο τα δάχτυλα.Αρχικά το σαντούρι ήταν ένα μελωδικό κυρίως όργανο.  Έπαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, βιολί, κλαρίνο και τα λοιπά, ενώ παράλληλα –και ανάλογα πάντα με το είδος της μελωδίας – άλλοτε κρατούσε ένα ίσο (τονική ή πέμπτη της κλίμακας) και άλλοτε συνόδευε τη μελωδία με απλές συνηχήσεις (διαστήματα οκτάβας,πέμπτης και τέταρτης). Με τον καιρό και με την επίδραση της δυτικής εναρμονισμένης μελωδίας, οι απλές αυτές συνηχήσεις μετατρέπονται σε κανονικές συγχορδίες, απλές ή με έβδομες, απομακρύνοντας έτσι το ελληνικό δημοτικό μέλος απ’το παραδοσιακό τροπικό ύφος του. Το σαντούρι είναι μια παραλλαγή του ψαλτηρίου, με σημαντικές ωστόσο διαφορές. Στο κανονάκι ο ήχος παράγεται με το τσίμπημα των χορδών και είναι σχετικά αδύνατος. Η επανάληψη ενός φθόγγου, όσο γρήγορη και αν είναι, δε δίνει την εντύπωση της συνέχειας του ήχου, που έχουμε όταν ακούμε ένα έγχορδο με τόξο ή ένα πνευστό. Στο σαντούρι ο ήχος παράγεται με το χτύπημα των χορδών και είναι σχετικά δυνατός. Η τεχνική αυτή του παιξίματος επιτρέπει μια μεγάλη ποικιλία σε ατάκες,αποχρώσεις ηχητικές, λεπτούς τονισμούς, μελωδικά στολίδια και ρυθμικά σχήματα. Επίσης,με τη δυνατότητα της γρήγορης επανάληψης ενός φθόγγου,ο καλός σαντουριέρης κατορθώνει να δίνει την εντύπωση της συνέχειας του ήχου.

Share

Radio GreekSound Live

radio 200
Δεύτερο Πρόγραμμα

 

Facebook

Twitter

Ελληνική Μουσική και Όργανα

Νταούλι

Νταούλι

Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Μεμβρανόφωνα Νταούλι Γνωστό ήδη από τους...

Δελτία ενημέρωσης

Εγγραφείτε στην λίστα ενημέρωσης στην ιστοσελίδα www.mousikorama.gr μείνετε ενημερώμενοι για τα μουσικά νέα, συνεντεύξεις και μουσικά άρθρα.

Radio Greek Sound Live

Radio Greek Sound Νέα

Μιχάλης Βιολάρης Επίσημη ιστοσελίδα